22/3/12

Ακαδημίας και Σόλωνος

Σόλωνος με Ακαδημίας
Ο κάλλος στο πόδι φουσκώνει
Και η θάλασσα που δεν βλέπω
Μεσημέρι Δευτέρας
Και τα δύο παραμένουν δύο
Πόδια
Χέρια
Μάτια
Άνθρωποι
Δύο εναπομείναντες που αγκαλιάζουν κίονες και αρχαίες γκρεμισμένες γειτονιές
Και τα βήματα που τρέχουν σε ιστορικά κέντρα με την τσάντα κολλημένη στο στήθος
Τραβώ τον έναν στην άκρη να έχει χώρο ο άλλος
Τα πεζοδρόμια συρρικνώνονται
Στάση προορισμός
Στάση Πανεπιστήμιο
Περιφράσσω με ασπροκόκκινη κορδέλα τις κυλιόμενες σκάλες
Εκτός λειτουργίας
Χωράει ένας στην κάθοδο
Μονοδρομώ
Ο δεύτερος προπορεύεται
Ο δεύτερος ακολουθεί

Η ιστορία του ταξιδιού μου γράφεται. Η ιστορία του ταξιδιού μου δεν υπάρχει. Δεν θα βρεις κέντρο, ακτίνα, σημείο αναφοράς. Η ιστορία του ταξιδιού μου δια-γράφεται. Δεν θυμάμαι. Πώς να τα πω; Πώς να τ' αφηγηθώ όλα; 

Ακαδημίας και Σόλωνος
Μεσημέρι Δευτέρας
Οι δύο περιφραγμένοι
Οι όλοι απασχολημένοι
Κι εγώ γυναίκα στα τριάντα πίνοντας λικέρ, καπνίζοντας και αποστηθίζοντας τον μονόλογο που κάποια στιγμή θα γράψω.





21/3/12

To be punished...



Κινήθηκα βιαστικά προς το μπάνιο.
Έξω από την πόρτα του, ο γάτος είχε γείρει στον τοίχο 
Σαν χνουδωτή πετσέτα με μάτια και νύχια.
Μπήκα, κατέβασα το καπάκι της τουαλέτας 
Και σκαρφάλωσα.
Έβγαλα την γλώσσα μου και την κοίταξα στον καθρέφτη.
Ξεκάρφωσα τις συλλαβές και τις πέταξα στον νιπτήρα.
Do not disturb me!
Πήγα στην κουζίνα και έβαλα ουίσκι.
Ο γάτος νιαούριζε.
Τον έκλεισα στην αποθήκη που φυλούσα τ' απορρυπαντικά και τις χλωρίνες.
Do not disturb me!
Έφτασα στο κόκκινο πάπλωμα και χώθηκα μέσα.
Ένιωσα το κλάμα του να γλείφει 
Αποστεωμένο, γδαρμένο, βουβό το εσωτερικό των μηρών μου.
Κάτω απ' το πάπλωμα.
Μόνο για κάτω απ' το πάπλωμα...

14/11/11

Μεσημέρι

Ξύπνησα μεσημέρι.
Δικό μου.

Το ρολόι μιλούσε άλλη γλώσσα.
Απόγευμα.

Ποτέ δεν με ρώτησε.

Ηλίθιες συμβάσεις.
Λεπτά και ώρες και δευτερόλεπτα. 

Κι η σκύλα να τραγουδάει παράνοια
Γονατισμένη ανάστροφα στον ουρανίσκο.

Πόρνη! Πόρνη!
Σελήνη βρώμικη. Θαμπή.
Να διεισδύει ταπεινωτικά στο αίμα μου. 
Στη σκέψη μου.
Στην ψυχανάλυση της φρενίτιδάς μου.


Βιαστικά κάθισα μετά. Με την πλάτη κρύα στον τοίχο.
Τις κοκκινισμένες αράδες να αλλάζω.


Τις ζωές που δεν στάθηκαν να σουλουπώσω.
Ανορθόγραφες συνυπάρξεις.


Έμεινα με τη ρωγμή να κεντάει στίχους.
Στο στήθος. Στο ντουβάρι. Στο αίμα.


Δαίμονας ζωγραφισμένος 
Χωρίς ρίμα.
Καμιά ομοιοκαταληξία
Άνευ κατάληξης.
Πουθενά εκτός δεν φυλακίστηκε.


Εντός μου                      Να διαλύει την μήτρα της γέννας              Στο αεί του ποτέ μου







12/11/11

90 μοίρες

Την επόμενη μέρα έβρεχε.
Λάθος θυμάμαι.




Όχι. Την προηγούμενη μέρα έβρεχε.
Όξινα λόγια. 




Τρεις νύχτες έβρεχε.
Είμαι σίγουρη.




Τα ρούχα μουσκεμένες ανάγκες 
Και οι καρδιές απλωμένες ανάποδα
Στέγνωναν
Στο τελευταίο τραπέζι
Σιωπές




Τρεις νύχτες αργότερα, αλκοόλ και τσιγάρα άφιλτρα
Κι ο δρόμος μια σήμανση ομίχλης
Τρέξιμο στην εθνική
Χιλιόμετρα 140
Πρόλαβα τον εαυτό μου να σκουπίζει το τελευταίο τραπέζι




Άλλος κανείς.
Σιωπές.




Περιφερειακά επέστρεψα στο κρύο δωμάτιο
Ποτέ δεν πήγαινα απ' ευθείας στον προορισμό μου
Κι όταν μιλούσα
Τη φωνή την καμπύλωνα
Να περιστρέφεται γύρω από τα αυτιά σου 




Ηχώ.
Εαυτού αντίλαλος.




Και στο τέλος να σχηματίζει 90 μοίρες
Ορθή γωνία με τα τετράγωνα του περιθωρίου 
που εγκιβώτιζες τις μοναξιές μας


90 μοίρες
90 λεπτά.
Νύχτα 
140 χιλιόμετρα αλήθειας


Σιωπές μου,
Εγώ
Μιλάω.
Εγώ.
Ξεχάστηκα.

Βρέχει.
Πάλι.












9/11/11

διάλογος

Ήσυχα!




Πέρασε




Μια ανάσα της πήρε




Και μια καρδιά




Γυναίκα που εκτοξεύτηκε 




Έρωτας ανέφραστος, θρασύς, ντυμένος βόλια



Στο δρόμο
Κυριακή 04:44



Κι ο εραστής ραμμένο στόμα φορώντας



Μονάχα αυτή ζώντας τη σελήνη
Χάραμα


Μονάχος τραγουδώντας



Εδώ 

Πουθενά μου



Σώπα! 

Πάντα γαμώτο._



Μισή φέτα υψωμένη.-



8/11/11

Νηφαλιότητα

Τα χέρια ''μου''
Σιωπηρές γραμματοσειρές φαινόμενου αδιεξόδου
Ακατάστατες παροχετεύσεις υγρών αμνιακών 
Σε άμυνες υπό καταστολή


Τα χέρια ''μου'' 
Παραληρηματικές εξομολογήσεις παρένθετων βιωμάτων
Ακατάσχετες αιμορραγίες λέξεων
Πάνω σε έγγραφα ληξιπρόθεσμων μνημών.


Σηκώνονται με νηφαλιότητα καταστροφής.
Τα δικά μου. Τα δίκια μου.


Τι περιμένεις;


Ρωτάς να μάθεις...


Πώς μοιάζει η ποίηση όταν πεθαίνει;
Πώς κλείνει ο χρόνος τον χώρο σε αγχόνη αγκαλιάς;
Ποιες λέξεις αθεράπευτα μονογαμικές ασελγούν πάνω στη μοναξιά τους;


Ρωτάς να μάθεις...


Οπλίζεις τ' όστρακο με διπλό υμένα παρθενιάς
Και περιμένεις απαντήσεις


Δεν ξεπουλιούνται ποτέ σε όσους δεν τις ζήτησαν.
Είναι απαιτητική τσούλα η αλήθεια. 
Πάει με όποιον ξέρει να την πληρώνει.
Με πόνο κι αίμα.-


Φύγε τώρα! 
Δεν είναι για σένα. 
Δεν είναι καν για μένα.
Φεύγω τώρα.-

24/9/11

BLACK HOLE... BLACK HOPE...


Οι ελπίδες δεν είναι για μας
Σα πεινασμένα σκυλιά γυρνάνε με λουριά ελεγχόμενης προέκτασης
Ζητώντας ένα κόκαλο
Τρυπημένο, διακεκομμένο
Θυμίζουν την πρωινή συνουσία με τον καθρέφτη μας.
Τότε που δυο μέτρα ξεμακραίνει το πόδι απ’ την ανάσα μας
Χασκογελώντας στο είδωλο της ασχήμιας μας

Οι ελπίδες κοιμούνται μακριά μας
Πόρνες ξεφτιλισμένες από ζωνάρια
Και παχυλές υποσχέσεις κακοφορμισμένων συμβάσεων
Βαριανασαίνουν πρόστυχα
Σα μαξιλάρια χωρίς πούπουλα, βιασμένα από την ανάποδη
Ψυχοπομποί και ψυχοδιώκτες
Να αναμένουν θρονιασμένα στην αποτυχία την «Ακόμα Μια» για να ζευγαρώσουν

Η ζωή λένε, πως είναι για μας
Αυτή η πόρνη που μας άνοιξε βίαια το στόμα κερνώντας πύον και εξόφθαλμες αυταπάτες
Ακινητοποιώντας τον άνεμο στις έρημες πόλεις που συναντιόμαστε
Πάντα στο και πέντε της ώρας μας
Αυτήν… όχι η ελπίδα…

Δίκιο έχουν...
Το κατάλαβα. Καιρός σου τώρα!
Κι όταν θα... φτύσε το τσόφλι της ουτοπίας  στην ανάστροφη της παλάμης μου
Στην παρακαταθήκη του «άλλοτε, του θα, του ίσως αν… μου»
Κι έπειτα ξεκίνα
Θα με βρεις στο κρεβάτι που θα βιάζω τη ζωή ανάστροφα
Τότε που θα της αλείφω στο αυτί τα λόγια που δεν περίμενε ποτέ ν’ ακούσει:

"Δεν ελπίζω τίποτα πια. Αυτός είναι ο θάνατός σου, σκύλα!
Κι η απώλειά σου, η δική μου ανάσταση!"